|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο dial παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: dialling | code
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις |
| dial [sth]⇒ vtr | (phone) | σχηματίζω ρ μ |
| | (πλήκτρα) | πληκτρολογώ ρ μ |
| | George dialled Fred's number and heard it ring. |
| | Ο Τζορτζ σχημάτισε τον αριθμό του Φρεντ και το άκουσε να χτυπάει. |
| | Ο Τζορτζ πληκτρολόγησε τον αριθμό του Φρεντ και το άκουσε να χτυπάει. |
| dial n | (control on machine) | περιστροφικός διακόπτης επίθ + ουσ αρσ |
| | | δισκόβαθμο ουσ ουδ |
| | | επιλογέας ουσ αρσ |
| | Sarah turned the dial on the washing machine to select the correct washing cycle. |
| | Η Σάρα γύρισε τον περιστροφικό διακόπτη στο πλυντήριο για να επιλέξει το σωστό πρόγραμμα πλύσης. |
| dial n | (on radio) | περιστροφικός διακόπτης επίθ + ουσ αρσ |
| | | επιλογέας ουσ αρσ |
| | Dan fiddled with the dial, trying to tune the radio to a station. |
| | Ο Νταν έπαιζε με τον περιστροφικό δείκτη προσπαθώντας να πιάσει κάποιο σταθμό στο ράδιο. |
| dial n | (clock or watch face) (ρολόι) | καντράν ουσ ουδ άκλ |
| | The second hand swept around the dial. |
| | Ο δείκτης των δευτερολέπτων γύριζε γύρω γύρω στο καντράν. |
dial, rotary dial n | (circular numbers on phone) | καντράν ουσ ουδ άκλ |
| | Phones used to have dials, but now they have keypads. |
| | Τα τηλέφωνα είχαν καντράν παλιότερα, τώρα όμως έχουν πληκτρολόγια. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| dial⇒ vi | (phone) | σχηματίζω τον αριθμό περίφρ |
| | (πλήκτρα) | πληκτρολογώ τον αριθμό περίφρ |
| | | τηλεφωνώ, καλώ ρ αμ |
| | Wendy picked up the phone and started dialling. |
| dial [sth]⇒ vtr | (use a dial) | σχηματίζω ρ μ |
| | (πλήκτρα) | πληκτρολογώ ρ μ |
| | The bank manager dialled the numbers on the safe. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: Phrasal verbs
|
dial [sb] up, dial up [sb] vtr phrasal sep | (phone) | παίρνω ρ μ |
| | | παίρνω κπ τηλέφωνο περίφρ |
| | | τηλεφωνώ σε κπ ρ μ + πρόθ |
| Σχόλιο: A hyphen is used when the term is an adjective or a noun. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
|
|